ἐχῑνώδης


ἐχῑνώδης
ἐχῑν-ώδης, ες, igelartig, stachlig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • εχινώδης — ες (Α ἐχινώδης, ες) [εχίνος] αυτός που μοιάζει με εχίνο, ο ακανθώδης νεοελλ. (για τον θαλάσσιο βυθό) ο γεμάτος αχινούς αρχ. τραχύς, ανώμαλος, αγκαθωτός («πᾱσαν τὴν τῆς πέτρας ἐπιφάνειαν ἐχινώδη καὶ ἀνεπίβατον εἶναι γυμνῷ ποδί», Στράβ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐχινώδη — ἐχινώδης prickly neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐχινώδης prickly masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐχινώδης prickly masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχινώδεις — ἐχινώδης prickly masc/fem acc pl ἐχινώδης prickly masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.